Μια διαφορετική ξενάγηση στη νυχτερινή Θεσσαλονίκη – «Κάτω από φώτα κόκκινα…»

Μια διαφορετική ξενάγηση στη νυχτερινή Θεσσαλονίκη – «Κάτω από φώτα κόκκινα…»

Ήμουν τόσα χρόνια στα ραδιόφωνα (πάνω από 30) και δεν κατάφερα να κάνω τελικά την εκπομπή, που πάντα είχα στο μυαλό μου. Όλο ενημερωτικές εκπομπές, κυρίως πολιτικού χαρακτήρα, μεσημβρινές ραδιοεφημερίδες, δελτία ειδήσεων και σχόλια επί παντός του επιστητού κάναμε. Αυτά ήθελε η εποχή, αυτά υποδείκνυε ο ανταγωνισμός και σε αυτά «πόνταραν» οι εργοδοσίες, είτε στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα.

του Νίκου Δημαρά *

Εγώ όμως άλλο ήθελα. Ήθελα να είναι βράδυ, να ξεκινώ από την Σοφούλη ένα φανταστικό οδοιπορικό, να βάζω ωραία τραγούδια και να «σουλατσάρω» ραδιοφωνικώς στη Θεσσαλονίκη. Να γράφω και να λέω μικρά ποιητικά και άλλα αποσπάσματα κειμένων και να αρχίζω με το τραγούδι «Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη…»

Να ανηφορίζω προς τα Κάστρα, να μετράω τους καημούς των προσφύγων στην Άνω Πόλη και να βάζω υπέροχα κομμάτια του Σταύρου Κουγιουμτζή.

Να περνάω έξω από το Γεντί Κουλέ και να αφουγκράζομαι τα απονενοημένα χτυπήματα των ποινικών κρατουμένων στους τοίχους των κελιών, μέσα στην απόγνωσή τους και στην αδυναμία να διορθώσουν τώρα το κακό.  Και να παίζει «Τα΄Ανάπλι κι ο Γεντί Κουλές…»

Να γυρνώ πίσω προς τους λόφους, αγνάντι στο Σέϊχ Σου και ν΄ακούω τα κλάματα των μανάδων του 22χρονου Νίκου Νικηφορίδη και της 23χρονης Κούλας Ελευθεριάδου, που τουφεκίστηκαν για τους αγώνες και τις ιδέες τους. Και να τυλίγεται η νύχτα στα πένθιμα κομμάτια του «Επιτάφιου».

Να κατηφορίζω από τις Συκιές προς Νεάπολη και Βαρδάρη και να βλέπω δυο – τρεις μεσήλικες ξενύχτες, να κατεβαίνουν τρεκλίζοντας και να βρίζουν την «σκρόφα τύχη» τους γιατί έχασαν και πάλι στο μπαρμπούτι και στον «μονό κούκο»… Και το ραδιόφωνο να παίζει: «μου τα πήραν και γυρνούσα με τα πόδια απ΄τις Συκιές…»

Να κάνω μια γύρα στο Βαρδάρη στα μπαρ της ξυνίλας και του αποτσίγαρου και να βλέπω στις πόρτες του ημίφωτος τα ημίγυμνα «ναυάγια» της ζωής να σε εκλιπαρούν για ένα ποτό και για ό,τι ήθελε προκύψει… Και στο ραδιόφωνο να ακούγεται το «ιστορία μου – αμαρτία μου», σε αργές στροφές από χαλασμένο δίσκο…

Να περνάω από το κέντρο, από την Βαλαωρίτου και τα Λαδάδικα και να βλέπω τη νεολαία να «σχολάει» από τα «κολέγια» του ντάμπα – ντούμπα, τη νεολαία, που ολονυχτίς χτυποκάρδιζε για ερωτικά βλέμματα και πικρά φιλιά στα ορθάτα, δίπλα στα σκαμπό και στις τουαλέτες. Και να παίζουν τραγούδια αλαλούμ στο ραδιόφωνο …

Να περνάω από Αριστοτέλους ξημερώματα και να παίρνω τις πρώτες μυρωδιές από το ξεφούρνισμα των κουλουριών και των κρουασάν στη γωνία με Τσιμισκή. Να κατηφορίζω στην παραλία, ν΄αγναντεύω προς τον Όλυμπο, να βλέπω τις χιονισμένες  κορφές και να αναρωτιέμαι γιατί άραγε «οι θεοί πέταξαν τα κλειδιά κι αυτοκτονήσανε», όπως λέει ο φίλιππος Γράψας στο «Σ΄αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα…»

Να βγαίνω προς Λευκό Πύργο και Ντορέ, να βλέπω τους οδοκαθαριστές να σαρώνουν τα πάντα με μανία και να αρνούμαι να «σαρώσω» κι εγώ από την μνήμη τις νύχτες των καυγάδων και του πανδαιμόνιου για τις ταινίες του Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Να θυμάμαι τον Παύλο Τάσιο και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο και να βάζω στο πικάπ το μουσικό θέμα από την βραβευμένη «Αναπαράσταση» με το ηπειρώτικο παράπονο.

Και τέλος να ξαναβγαίνω στην παραλία, περνώντας μπροστά από τον αγέρωχο Μεγαλέξαντρο, να υψώνω το ανάστημα και να γυρίζω με γοργό βήμα προς την Σοφούλη και το Μέγαρο Μουσικής, που τώρα λαμποκοπάει από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Και η εκπομπή – οδοιπορικό να ολοκληρώνεται  με το  «Πρώτο περιστέρι» του Σταύρου Κουγιουμτζή σε στίχους Γιώργου Θέμελη:

«Μέσα από ήλιους κι ουρανούς/ σε βλέπω δακρυσμένη/ σαν άστρο που το νότισε/ λύπη συννεφιασμένη…»

*Ο Νίκος Δημαράς είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας