Πρωτομαγιά 2020 – Μια αλλιώτικη, βουβή Πρωτομαγιά. Άρθρο της Γεωργίας Γοργούς Αλεξίου

Πρωτομαγιά 2020 – Μια αλλιώτικη, βουβή Πρωτομαγιά. Άρθρο της Γεωργίας Γοργούς Αλεξίου

Δεν είναι κακό, βέβαια, να κάνουμε όνειρα, αφού τα όνειρα σέρνουν το άρμα μας στον ουρανό, αλλά όταν εμείς, οι θνητοί, κάνουμε όνειρα η Ειμαρμένη γελά. Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί πέρυσι, με τις τόσες ανά τον κόσμο κινητοποιήσεις, ότι η φετινή Πρωτομαγιά θα ήταν βουβή και άχαρη, όπως και η φετινή Πασχαλιά.

 

Γράφει η Γεωργία Γοργώ Αλεξίου

Πρόεδρος Ένωσης Λογοτεχνών Βορείου Ελλάδος

 

Δεν ξέρω αν είναι μόνο λόγω κορωνοϊού, όμως όλα έχουν ανατραπεί και όλα κινούνται γύρω από μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, που αποκλείουν συγχρωτισμό και αγωνιστικές συναθροίσεις στους δρόμους των πόλεων· μέτρα που αποκλείουν τις εκδρομές με την οικογένειά σου, συναθροίσεις με τους φίλους σου στις εξοχές· μέτρα απόλυτου εγκλεισμού, αφού, λόγω προστίμων, απαγορεύεται να με επισκεφθεί κάποιο από τα παιδιά μου, για να περάσουμε λίγες ώρες μαζί, να γευματίσω με έναν άνθρωπο απέναντί μου στο τραπέζι, κι ας κατοικούν όλα στην πόλη. Οι εντολές των ανωτέρων είναι ρητές και 3.000 αστυνομικοί θα είναι στους δρόμους για την αποφυγή των μετακινήσεων εκτός τόπου κατοικίας, των «άσκοπων μετακινήσεων», όπως τις ονομάζουν οι «ειδικοί», με τα πρόστιμα να παραμένουν υψηλά.

Σήμερα, μια αλλιώτικη Πρωτομαγιά, χωρίς ανθρώπους στους δρόμους και στην εξοχή, μια Πρωτομαγιά διαφορετική από όλες τις προηγούμενες, ξύπνησα με μια έντονη μελαγχολία, μια νοσταλγία για τα παλιά με πλημμύρισε και άρχισα να αναθυμάμαι τις υπέροχες ημέρες Πρωτομαγιάς των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων και αργότερα των χρόνων που τα παιδιά μου ήταν μικρά πουλιά γύρω μου και τα χαμόγελα άνθιζαν στο σπίτι μου· δεν είχαν πετάξει ακόμη στις δικές τους φωλιές.

Φέρνω στην μνήμη μου τα παλιά, όλα όμως άλλαξαν και στο χωριό να ήμουν δεν είναι ίδιες οι καταστάσεις, όπως τότε, αλλάξαμε κι εμείς, ίσως φταίει το ότι άρχισα να γερνάω…

Παιδί και αργότερα έφηβη θυμάμαι την Πρωτομαγιά που μαζευόμασταν και τρέχαμε στους αγρούς και στις πλαγιές να μαζέψουμε λουλούδια, για να κάνουμε στεφάνια, τα οποία κρεμούσαμε στην εξωτερική πόρτα του σπιτιού μας. Πολλές φορές ανεβαίναμε μέχρι τις πλαγιές του βουνού στα 1200 με 1300 υψόμετρο, για να μαζέψουμε δακράκια (πρίμουλα), υπέροχα λουλούδια που ομοιάζουν κάπως με τον νάρκισσο, (έχουν όμως ρίζα και όχι βολβό). Εκεί, στις κατάσπαρτες κατακίτρινες πλαγιές, ανάμεσα στα δακράκια βρίσκαμε και σαλέπι. Η γενέτειρά μου, η Μερκάδα, είναι ένα πανέμορφο χωριό της Δυτικής Φθιώτιδος –μπαλκόνι σκαρφαλωμένο στον Τυμφρηστό (Βελούχι).

Εκείνα τα χρόνια, την Πρωτομαγιά, ο πατέρας μου έσφαζε ένα δεύτερο αρνί ή κατσίκι· το πρώτο το ψήναμε την Λαμπρή· το δεύτερο το ψήναμε την Πρωτομαγιά στην αυλή του σπιτιού μας, ή μερικές φορές και στην Λελούδα, ένα υπέροχο μέρος λίγο έξω από το χωριό. Ακόμα θυμάμαι τα τραγούδια του Μαγιού που τραγουδούσαμε. Γιατί δεν τραγουδάμε πιά;

Η Μερκάδα, εκτός από τον ιερό ναό της Αγίας Παρασκευής στο κέντρο του χωριού, έχει και τρία εξωκκλήσια: του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Αθανασίου, τα οποία βρίσκονται λίγο έξω από το χωριό και των Αγίων Αποστόλων στα 1200 μέτρα υψόμετρο, στις πλαγιές του βουνού. Στις 23 Απριλίου, ημέρα εορτής του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Αγίου Γεωργίου –το διευκρινίζω γιατί το εορτολόγιο περιλαμβάνει περισσότερες από 50 μορφές με το όνομα «άγιος Γεώργιος»– πάντα  εορτάζαμε στο εξωκκλήσι, εκτός και αν η ημερομηνία έπεφτε την Μεγάλη Εβδομάδα, οπότε συνήθως ο ιερέας μετέφερε την εορτή κάποια Κυριακή αργότερα. 23 Απριλίου, λοιπόν, πρωί πρωί ετοιμάζαμε την λειτουργιά που είχε ζυμωθεί από την παραμονή, στολίζαμε με ζάχαρη, καρύδια, σταφίδες και κουφέτα το μεγάλο όμορφο πιάτο με το σιτάρι, το οποίο είχαμε βράσει από την προηγουμένη για χρόνια πολλά, φορούσαμε τα καλά μας ενδύματα, παίρναμε και τις μισολειωμένες αναστάσιμες λαμπάδες μας, για να τις ξαναανάψουμε και να τις αφήσουμε πλέον, και οδεύαμε με τα πόδια για το εξωκκλήσι του Αγίου Γεωργίου. Πολλοί, που λόγω ηλικίας δυσκολεύονταν, πήγαιναν με το μουλάρι ή το γαϊδουράκι. Εξοχή, θρησκευτική κατάνυξη, αναστάσιμες ευχές, φιλιά και χρόνια πολλά σε όλους και ιδιαίτερα στους εορτάζοντες, οι οποίοι μας κερνούσαν και το γλυκύτατο σιτάρι. Στην επιστροφή μαζεύαμε από τις άκρες του μονοπατιού μερικά λουλούδια, που τοποθετούσαμε σε ένα ποτήρι με νερό ή στο μικρό ανθοδοχείο, αν υπήρχε, και κάποια τρυφερά βλαστάρια από τις μικρές βελανιδιές. Όλα ειδυλλιακά και υπέροχα.

Στις 2 Μαΐου εορτάζεται η ανακομιδή των λειψάνων του Μεγάλου Αθανασίου, οπότε εόρταζε το άλλο εξωκκλήσι μας. Και πάλι ετοιμάζαμε το πρόσφορο (λειτουργιά), το σιτάρι για χρόνια πολλά και ανηφορίζαμε για το εξωκλήσι, το οποίο βρίσκεται σε ένα πανέμορφο μέρος, με φόντο τις δύο κορυφές του Βελουχιού και κάτω να ανοίγεται η ματιά σου στην κοιλάδα του Σπερχειού και τα χωριά του κάμπου, μέχρι την ασημίζουσα λουρίδα της θάλασσας του Μαλιακού. Αυτή την ημέρα, μετά την θεία λειτουργία, πανηγυρίζαμε στον χώρο γύρο από το εξωκκλήσι του Άϊ Θανάση, έτσι απλά και όμορφα. Παίρναμε το λιτό λουκουμάκι, δωρεά για την ημέρα, μα τόσο γλυκό κέρασμα, και σιτάρι από τους εορτάζοντες και από όσες θρησκευόμενες και καλές νοικοκυρές είχαν την ευχαρίστηση να φτιάξουν· θυμάμαι τον Γιώργο Τσούνη και την Ευτυχία Αλεξίου, που διατηρούσαν τα δύο από τα τρία μπακάλικα να κερνούν πάντα λουκούμια. Η Μητέρα μου κι εγώ βοηθός της, δεν υπήρχε περίπτωση να μην ετοιμάσουμε πρόσφορα και σιτάρι όταν πηγαίναμε στα εξωκκλήσια μας, αφού μάλιστα ο αδελφός μου Αθανάσιος και η ίδια, ήμασταν και μεταξύ των εορταζόντων.

Το πανηγυράκι λιτό και όμορφο. Στρώναμε κάτω φτέρες και πάνω μια κουβέρτα και ένα λινό τραπεζομάντιλο· εκεί καθόμασταν χάμω, στην χλόη της ανοιξιάτικης γης κι ανοίγαμε τα φαγητά μας· βραστά αυγά, ίσως τσουγκρίζαμε ξανά τα κόκκινα, που είχαμε βάψει την Μεγάλη Πέμπτη, αν το Πάσχα ήταν κοντά και δεν τα είχαμε αναλώσει όλα, φρέσκο γιαούρτι, που φτιάχναμε μόνοι μας στο σπίτι την παραμονή, δικό μας τυρί και για ψωμί, ζυμωτή λειτουργιά· κρέας ψητό και κοκορέτσι, όσοι δεν είχαν το δικό τους σφάγιο, υπήρχαν και οι χασάπηδες: ο Γιώργος ο Μπαλαγιάννης, ο Στέλιος ο Κουρέλης, η Μανούλα, όπως συνηθίζαμε να τον φωνάζουμε –δεν ξέρω πως απέκτησε αυτό το παρωνύμιο– και ο Πάνος ο Δελενίκας αργότερα, που φρόντιζαν και έψηναν ο καθείς από ένα ή δύο σφάγια· κρασί έρρεε αρκετό· οι περισσότερες οικογένειες είχανε δικό τους, κι όσοι δεν είχαν αγόραζαν πάντα από τους χασάπηδες που διατηρούσαν και μικρά ταβερνεία, ή από τους μπακάληδες που ταυτόχρονα κερνούσαν στον χώρο τους καφέ και κρασί. Τα ραδιόφωνα και τα πικάπ τραγουδούσαν, το κλαρίνο ήταν στις δόξες του με τα παραδοσιακά λεβέντικα τραγούδια κι όσοι επιθυμούσαν έστηναν και τον χορό· τα μικρά παιδιά έτρεχαν κι έπαιζαν χαρούμενα· φιλιά ανταλλάσσονταν, γέλια φτερούγιζαν, ποτήρια τσούγκριζαν, τα δένδρα χόρευαν κι όλη η φύση πανηγύριζε μαζί μας. Το απόγευμα, πριν την δύση, κατηφορίζαμε ευχαριστημένοι για τα σπίτια μας, με την αίσθηση της απόλυτης πληρότητας.

Γιατί τώρα δεν εορτάζουμε έτσι απλά και λιτά; Οι περισσότεροι από τους παλιούς έχουν ταξιδέψει για άγνωστους τόπους· το νεκροταφείο του χωριού είναι γεμάτο με τα ονόματά τους χαραγμένα σε πλάκα και μια φωτογραφία τους για να μην τους ξεχάσουμε οι νεώτεροι· ελάχιστοι κάτοικοι έχουν μείνει και εμείς οι νεώτεροι πηγαίνουμε στο χωριό μόνο το καλοκαίρι, από τις 20 Ιουλίου έως τις 20 Αυγούστου οι περισσότεροι. Τα εξωκκλήσια μας έρημα, μια σκέτη λειτουργία κάποια Κυριακή το καλοκαίρι, λίγα πρόσφορα και λίγο σιτάρι για όποιον παραβρεθεί για χρόνια πολλά· όλα σιωπηλά, θαρρείς, και άχρωμα.

Αχ! πόσο νοσταλγώ εκείνα τα χρόνια! Πόσο νοσταλγώ τις πρωτομαγιάτικες οικογενειακές εκδρομές, που κάναμε όταν είχα μικρά τα παιδιά μου, με παιγνίδι και φαγητό στην εξοχή. Τα χρόνια εκείνα πέρασαν, τα σημερινά είναι αλλιώτικα, κι εγώ γερνάω, μ’ ακούς!!… «γερνάω μαμά»!!!…

 

Αν κάτι σφράγισε το 2019, ήταν το παλιρροϊκό κύμα των ογκωδέστατων και χρονικά παρατεταμένων λαϊκών κινημάτων διαμαρτυρίας σε σειρά χωρών, από την Χιλή μέχρι τον Λίβανο κι από την Γαλλία μέχρι το Ιράκ, με φωνές κυρίως γύρω από τις κοινωνικές ανισότητες. Εφέτος αναμενόταν ίσως μια κορύφωση των λαϊκών κινημάτων, γιατί δυστυχώς ο νέος τρόπος εργασίας, με τους υπολογιστές να κάνουν την πολύ δουλειά, αυξάνεται καθημερινά η ανεργία. Για παράδειγμα μας εκπαιδεύουν και μας υποχρεώνουν οι πληρωμές να γίνονται από το σπίτι, κατ’ ιδίαν· έχετε αναλογιστεί πόσες χιλιάδες άτομα, που εκτελούσαν υπηρεσίες καθημερινά, πετιούνται τώρα στην ανεργία; και η αστυφιλία, δυστυχώς, αυξάνεται…

Ωστόσο η απροσδόκητη πανδημία του Covid-19 άδειασε τους δρόμους και τις πλατείες· το ΚΚΕ, βέβαια, μεταφέροντας το μήνυμα για την Εργατική Πρωτομαγιά, δεν σταμάτησε να στολίζει τις προσόψεις των κτηρίων με πανώ.

Ο κορωνοϊός προβάλλει, ως ο νέος Χάρος, που θερίζει με την κόσα του φτωχούς και πλούσιους, ενώ οι πολιτικοί ηγέτες, άκρως προβληματισμένοι, μηνύουν για την επάνοδο στην «νέα κανονικότητα», με την τήρηση αυστηρών μέτρων, και ότι το κόστος των θυσιών για την ανάταξη μιας οικονομίας, πρέπει να το μοιραστούμε όλοι κι αυτοί με τα πολλά κι αυτοί με τα λίγα.

Φέτος, η Πρωτομαγιά είναι αλλιώτικη, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, έτσι τουλάχιστον μας λένε· και μετά την πρωτομαγιά καλοκαίρι προβλέπεται ή εργασιακός χειμώνας; Η αργία θα ισχύει κανονικά, και οι εορτασμοί μεταφέρονται για το Σάββατο 9 Μαΐου, άκουσα στις ειδήσεις· δηλαδή, φίλοι μου, μπορούμε το επόμενο Σάββατο να εκδράμουμε;

Εκλεκτά μέλη και φίλοι της Ε.Λ.Β.Ε., λόγω της κατάστασης των ιώσεων του κορωνοϊού και των γνωστών μέτρων της Πολιτείας, δυστυχώς, δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν οι εκδηλώσεις που είχαν προγραμματιστεί για την Άνοιξη και δεν γνωρίζω, βέβαια, πότε θα πραγματοποιηθούν.

Σας εύχομαι Καλό Μήνα! Αισιοδοξία και δημιουργικότητα!!!

Μαζί με τους χαιρετισμούς μου σας στέλνω κι αυτές τις υπέροχες φωτογραφίες από τις ντυμένες στα κίτρινα αυτή την εποχή και ευωδιαστές πλαγιές του Βελουχιού, με την ευχή με πολλούς ή λίγους φίλους να βρεθούμε εκεί του χρόνου για μια ξεχωριστή Πρωτομαγιά.

Η Πρόεδρος της Ε.Λ.Β.Ε.

Γεωργία – Γοργώ Αλεξίου