Ένα ποίημα για τη Θεσσαλονίκη από τον ποιητή Λεωνίδα Σαββίδη

Ένα ποίημα για τη Θεσσαλονίκη από τον ποιητή Λεωνίδα Σαββίδη

Ένα ποίημα για την Θεσσαλονίκη και τον Πολιούχο Άγιο Δημήτριο έγραψε ο ποιητής Λεωνίδας Σαββίδης και το έστειλε στα politismika.gr για δημοσίευση, με τίτλο “Και τ’ όνομα αυτού Δημήτριος”. Με αυτό το ποίημα, προσθέτουμε στην στήλη λογοτεχνία τα έργα των δημιουργών – αναγνωστών, που μας αποστέλλονται.

Διαβάστε το ποίημα του ποιητή Λεωνίδα Σαββίδη

Και τ’ όνομα αυτού Δημήτριος

Όμορφή μου, εσύ, πώς με κοιτάζεις έτσι.

Μαζί σου βήματα στο δρόμο κάνω.

Στης παρουσίας σου τη σκέψη χτενίστηκα,

κι ένα χαμόγελο έφερα για ’σένα.

Το βλέμμα μου σ’ αναζητά,

αόρατη – ορατή μου, Θεσσαλονίκη.

Θέλω να καταλαβαίνεις, πώς,

καταλαβαίνω ό,τι μου δείχνεις.

Θέλω να ξέρεις ότι στον ψίθυρό σου

υποκλίνομαι μαθητής σου.

Θέλω να βλέπεις ότι είμαι

εφόσον είσαι, Θεσσαλονίκη.

 

Μικρό παιδί, θυμάμαι,

έπαιξες κι’ έτρεξες μαζί μου,

με φωνούλες χαράς.

Σ’ ευχαριστώ όμορφή μου.

 

Έκλαψα για ’σένα, κι’ έκλαψες και συ,

που ήταν καιρός.

Τί όμορφα τα δάκρυά μας,

και τί γνώση μεσ’ στη σιωπή μας.

Μου έμαθες την υπομονή

την ελπίδα και τη δράση.

Έθηκεν ιδείν

Μου έδειξες τον άνθρωπο,

αλλά και την θεαματική απουσία του.

Μου έδειξες την τόλμη του θράσους,

τη δειλία των ανύπαρκτων,

και την πράξη των σοφών.

Δε με πρόδωσες, δε με αγνόησες.

Τόσο, ακόμα, με υπομένεις,

πότε ευχάριστα, και πότε, λες, με θυμό,

πάντα το χέρι μου σφιχτά κρατώντας.

 

Τις σκέψεις σου ακούω, Θεσσαλονίκη,

και τις δικές μου εσύ.

Τί θέλεις τώρα, όμορφή μου;

Τί είναι που δε μου λες!

Τί ξέρεις, που δεν πρέπει να ξέρω;

Μα, η γοητεία σου ας είναι κι’ έτσι.

 

Αλήθεια, δε σου μίλησαν όλοι.

Δε σε είδαν στη βροχή, στον ήλιο,

κι’ όταν κρύωσαν, δεν κρύφτηκαν

σε κάποια γωνιά σου, Θεσσαλονίκη.

Μη λυπάσαι για τους απόντες.

Η φήσιν ακούσαι

ουκ επιστάμενοι ουδ’ ειπείν.

 

Δίψασες, μα βρήκες πηγή και ήπιες.

Πόνεσες, και στωικά είπες: Είμαι.

 

Να σε πάρουν ήρθαν, σκυθρωπά πρόσωπα,

μα εσύ, με θάρρος αντιστάθηκες,

κι’ εγώ, με τ’ άσπρο άλογό μου

στα κάστρα έτρεξα όπως μου είπες.

 

Υπήρξες, υπάρχεις, και θα υπάρχεις.

Σαν άνθρωπος, εγώ, θα είμαι όσο θα είμαι,

κι’ όταν στην «αγκαλιά» σου με κρατήσεις,

θέλω, όμορφή μου, αν μπορείς,

ένα δάκρυ για ’μένα κι εσύ να έχεις.

Μη με ξεχάσεις.

 

Νύχτωσε γλυκιά μου,

κι’ αυτά τα φώτα λες εμένα κοιτάζουν.

Ήθος γαρ ανθρώπειον μεν

ουκ έχει γνώμας, θείον δε έχει.

Τί όμορφη που είναι η ζωή.

 

Τώρα, όμως, σιγά – σιγά,

στη σκέψη της γαλήνης,

ως το σπίτι θα περπατήσω,

θα διαβάσω λίγο

κι’ ύστερα θα κοιμηθώ.

Λοιπόν, γλυκιά μου,

καλή μου φίλη, Θεσσαλονίκη, ας πηγαίνω.

Αύριο τα λέμε πάλι.

Θα ψάξω να βρω και το βιβλίο που σου είπα.

Άντε, καληνύχτα, όμορφή μου,

καληνύχτα.

 

Και τ’ όνομα αυτού Δημήτριος.

Θεσσαλονίκην την πόλιν φυλάττει.

 

 

Λεωνίδας Σαββίδης