Το ξύπνημα – Διήγημα της Αγγελικής Ταλιγκάρου

Το ξύπνημα – Διήγημα της Αγγελικής Ταλιγκάρου

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ένας ήλιος  – ηλιάτορας φωτίζει τα πάντα. Φως, χρώμα, καθάρια ατμόσφαιρα, όλα τα περιγράμματα καθαρά, σαν σε ακρυλικό πίνακα. Χριστούγεννα στην Αυστραλία. Όχι. Δεν είναι αυτή η εικόνα που υπάρχει στο μυαλό μου για τα Χριστούγεννα. Όσο κι αν προσπαθώ, δεν μπορώ να ταυτίσω αυτή την εικόνα μ’ εκείνη που είναι ήδη καταχωρισμένη στη συνείδησή μου.

Τα μάτια κλείνουν· η σκέψη ταξιδεύει πίσω. Σε κάτι άλλα Χριστούγεννα. Χριστούγεννα λευκά, εκεί πίσω στο πατρικό σπίτι… Η θύμηση ζωηρεύει, η ψυχή πασκίζει να συντρίψει το φράγμα του χρόνου και να ορμήσει πίσω, εκεί…

Και να… Παραμονή Χριστουγέννων.

Έξω το χιόνι έχει σταματήσει να πέφτει από ώρα. Φυσάει ένας αέρας ξερός που βιτσίζει τα πρόσωπα των λιγοστών περαστικών, καθώς τρέχουνε να προλάβουν τα τελευταία ψώνια της παραμονής. Η ανάσα μου πέφτει πάνω στο παγωμένο τζάμι και το θολώνει. Το σαλόνι μισοσκότεινο. Μόνο το φως από τα λαμπιόνια του δέντρου, καθώς αναβοσβήνουν, παίζει με το μισοσκόταδο, χρωματίζοντας το με μπλε, κίτρινες, κόκκινες ανταύγειες. Η αντανάκλασή τους σπιθίζει πάνω στο αχνισμένο τζάμι και φανερώνει μικρούς παραμυθένιους κόσμους.

Διήγημα της Αγγελικής Ταλιγκάρου, από τη συλλογή “Η μουριά στην Τούμπα”

 

 

 

 

Στο περβάζι του παραθύρου, η στοίβα του χιονιού όλο και μεγαλώνει, καθώς ο αέρας φέρνει κάθε τόσο τούφες χιονιού από τη βεράντα και τα κλαδιά της μουριάς που στέκεται γυμνή, παγωμένη μπροστά από το σπίτι, κρατώντας θαρρείς προστατευτικά με τα απλωμένα κλαδιά της τις τουλούπες του χιονιού, μη πέσει κάτω και λερωθεί. Πιο πέρα, στο παρτέρι κανα-δυο σπουργίτες μάταια πασχίζουν να βρούν πάνω στο χιόνι κανένα σποράκι, να χορτάσουν την πείνα τους. Ο κήπος σκεπασμένος από παχύ στρώμα άλικου χιονιού φαντάζει μεγαλόπρεπος, σιωπηλός, εντελώς αφιλόξενος στους μικρούς επισκέπτες, που ψάχνουν για ένα ζεστό κόρφο και ένα σπόρο μεσ’ την παγωνιά.

Λίγο πιο κει είναι πεταμένη η σκάφη που είχαν τα’ αδέλφια μου για να παγιδεύουν τους σπουργίτες. Ήταν το αγαπημένο τους χειμωνιάτικο παιχνίδι. Ακουμπούσαν τη σκάφη στη μια της στενή πλευρά στο χιόνι, και την άλλη, έτσι όπως ήταν ψηλά, τη στήριζαν σε ένα κομμάτι ξύλο, που η μια του πλευρά ήταν ελαφρά μπηγμένη στο χώμα. Στην άκρη του ξύλου έδεναν έναν μακρύ σπάγκο, που έφθανε ως μέσα στο παράθυρο, και τον κρατούσαν πότε ο ένας και πότε ο άλλος. Στο μικρό κούφωμα κάτω από τη σκάφη, έβαζαν ψιχουλάκια, και όταν πήγαινε κάποιος σπουργίτης οδηγημένος από την πείνα του να φάει,  – τραπ – τραβούσαν τον σπάγκο, έπεφτε η σκάφη και τον αιχμαλώτιζε. Το[παιχνίδι έπαιρνε συχνά και τη μορφή ανταγωνισμού. Ποιος θα πιάσει τους πιο πολλούς σπουργίτες. Μικρούλικες ψυχούλες, αλαφιασμένες από την πείνα και την παγωνιά, δεν γλύτωναν από την ανθρώπινη επιθετικότητα. Το καλοκαίρι σφεντόνες, το χειμώνα σκάφες… Ο άνθρωπος κορωνίδα στο βασίλειο του Θεού….

Άφησα το παράθυρο με ένα σφίξιμο στην καρδιά και κατευθύνθηκα προς την τραπεζαρία. Από τη  μασίνα ακούγεται το τριζοβόλημα των ξύλων που καίγονται. Η φωτιά λαμπυρίζει στο μισοσκόταδο και οι φλόγες χορεύουν θαρρείς πάνω στους τοίχους και τα έπιπλα, που αστράφτουν από πάστρα. Κάτω στρωμένες οι καλές φλοκάτες με τα ζεστά χρώματά τους επιτείνουν την αίσθηση της θαλπωρής. Στο τραπέζι στρωμένο  το δαμάσκο τραπεζομάντηλο  και στη μέση μια μεγάλη φρουτιέρα με όλων των λογιών τα χειμωνιάτικα φρούτα, πορτοκάλια, μανταρίνια, μήλα καθώς και χοντρά φιστίκια, μελωμένους χουρμάδες και καρύδια. Πάνω στον μπουφέ δύο πιατέλες· στη μία απλωμένοι χιονάτοι κουραμπιέδες, στην άλλη μελομακάρονα σοροπιασμένα, πασπαλισμένα με μπόλικο καρύδι. Από την κουζίνα έρχεται ένα γαργαλιστό άρωμα. Κάτι ωραίο ψήνεται εκεί πέρα. Όχι, δεν κάνω λάθος. Είναι η γέμιση για την γαλοπούλα. Έτσι εξηγείται η γλυκόξινη μυρωδιά από κάστανα, σταφίδες, καρύδια που τσιγαρίζονται μέσα στο τηγάνι με κρεμμύδι, ψιλοκομμένα συκωτάκια, ρύζι και μπόλικα μπαχαρικά.

Ρίχνω μια κλεφτή ματιά στην κουζίνα από τη μισογερτή πόρτα. Η γιαγιά ανασκουμπωμένη, με τα μανίκια γυρισμένα ως επάνω στα χοντρά της μπράτσα, ζυμώνει τη ζύμη για τα τσουρέκια. Πιο πέρα η μητέρα τελειώνει με τη γέμιση για να είναι έτοιμη, όταν θάρθει ο πατέρας να γεμίσει και να ράψει τη γαλοπούλα, που  κείτεται πιο πέρα ανασκελωμένη πάνω στον πάγκο.

Ξαναγύρισα στην τραπεζαρία. Ψηλά από το φεγγίτη φαινόταν ένα κομμάτι ουρανός· βαρύς, μολυβής.. Το χιόνι που είχε πέσει πάνω στο τζάμι του φεγγίτη έλιωνε σιγά σιγά από τη ζέστη  του δωματίου, σχηματίζοντας μικρά ρυάκια νερού που κυλούσαν στα πλάγια. Δεν  ξέρω πώς, μα πάντα αυτός ο φεγγίτης μου φαινόταν σαν ένα πρόσωπο που κοίταζε μέσα στο σπίτι από ψηλά, κι άλλοτε γελούσε, άλλοτε κατσούφιαζε, κι άλλοτε, όπως τώρα, έκλαιγε και τα δάκρυά του κυλούσαν στα χλωμά του μάγουλα. Το καλοκαίρι, σαν  ο ήλιος ήταν μεσούρανα, ο φεγγίτης γελούσε· έλαμπε χρυσός, γαλανός. Σιγά-σιγά, όσο περνούσε η μέρα, μούχρωνε και το βράδυ, όταν τα φώτα στο σπίτι σβήνανε, μπορούσες να μετρήσεις τα άστρα. Ένα κομμάτι ουρανού κορνιζωμένο μέσα στην τραπεζαρία ήταν ο φεγγίτης. Τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια ξάπλωνα στο ντιβάνι της τραπεζαρίας και έβλεπα τα σύννεφα να ταξιδεύουν στον ουρανό· μελετούσα τα σχήματά τους και έπλαθα παιδιάτικες ιστορίες για κόσμους μακρινούς, για μικρά μπαμπακένια ανθρωπάκια, που ήσαν τόσο ελαφρά, που μπορούσαν να πετάνε εκεί ψηλά και να ταξιδεύουν ανάλαφρα πάνω από τη γη. Και σαν ήσαν δυστυχισμένα και κλαίγανε, χοντρές σταγόνες έπεφταν πάνω στον φεγγίτη ταπ-ταπ-ταπ  και σχημάτιζαν ρυάκια που  χάνονταν στα κεραμίδια της στέγης. Και πάλι σαν ήμουν πολύ παιδί-πα να πει πολύ αθώα ψυχή- από κει περίμενα να δω το έλκηθρο του Άη Βασίλη να έρχεται από μακριά, φορτωμένο δώρα. Κι από κει μερικές φορές, σαν δεν είχε φεγγάρι τις νύχτες, κι ο ουρανός ήταν φορτωμένος άστρα, έβλεπα κάποιο να διαγράφει μια μικρή καμπύλη και να χάνεται· ποιος ξέρει πού· στο άπειρο.

Μια μπουκιά απεραντοσύνης και αιωνιότητας-να τι ήταν ο φεγγίτης για την παιδική μου ψυχή.

Απ’ έξω από την πόρτα του σαλονιού ακούγονται παιδικές φωνές που λένε τα κάλαντα

Καλήν ημέραν άρχοντες

Κι αν είναι ορισμός σας

Χριστού τη θεία γέννηση

Να πω στ’ αρχοντικό σας

Ανοίγω. Είναι μικρά γειτονόπουλα από τον παρακάτω δρόμο. Κουκουλωμένα στα χοντρά παλτουδάκια τους, με σκουφάκια που κατεβαίνουν ως τα’ αυτιά, μυτούλες κατακόκκινες απ’ το κρύο. Τρίβουν τα χέρια τους τόνα με τ’ άλλο, να ζεσταθούν,  και τα ματάκια τους λάμπουν από ένταση και λαχτάρα. Μικρές αθώες ψυχούλες καλαντίζουν τα Χριστούγεννα. Το μυαλό μου πέταξε στον Παπαδιαμάντη: Στης Κοκκώνας το σπίτι, Στο Χριστό στο κάστρο. Μικροί επίγειοι άγγελοι ανηφορίζουν από σπίτι σε σπίτι και φέρνουν το μήνυμα της γέννησης του Χριστού. Ανοίγουν οι πόρτες, ανοίγουν οι καρδιές στη χαρμόσυνη είδηση.

Ωσαννά εν τοις υψίστοις.

Απλώνω το χέρι στη γωνιά του μπουφέ, εκεί που η μητέρα είχε αφημένα ψιλά για τα κάλαντα. Παίρνω τρία νομίσματα και τους τα δίνω.

-Και του χρόνου

-Και του χρόνου.

Τα ποδαράκια τρέχουν πάνω στο πατημένο χιόνι. Τα κασκόλ ανεμίζουν πίσω από τις μικροσκοπικές φιγούρες σαν αγγέλων φτερά.

Έκλεισα την πόρτα πίσω τους και ξαναγύρισα στην τραπεζαρία. Η ώρα μου φαίνεται να περνά βασανιστικά αργά. Η μέρα δεν προχωρεί. Νιώθω την καρδιά μου  να χοροπηδάει από προσμονή. Πώς ανυπομονώ να περάσει αυτη η μέρα, η παραμονή, και νάρθει το ξημέρωμα της μεγάλης γιορτής. “ Το ξύπνημα „.

Όλα αυτά τα χρόνια άκουγα από τα μεγάλα παιδιά που πήγαιναν στο Γυμνάσιο και μετρούσα με λαχτάρα τον καιρό που χρειαζόταν για να έρθει και η δικιά μου ώρα· να βγω με τάλλα παιδιά το ξημέρωμα των Χριστουγέννων, να  ψάλλω τα κάλαντα στους παγωμένους δρόμους, να ξυπνήσω τους Χριστιανούς την Άγια Νύχτα να πάνε στην Εκκλησία∙ να περπατήσω κάτω από τον κρυστάλλινο αστροφώτιστο ουρανό των Χριστουγέννων, φέρνοντας το μήνυμα της γεννήσεως-μαζί με τους αγγέλους, τους ποιμένες, τους Μάγους· αυτή τη μοναδική μαγική νύχτα “ νύχτα γεμάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια „.

Και να που η ώρα μου ήλθε. Λίγο ακόμη… Να κοιμηθώ νωρίς και να ξυπνήσω στις δύο… Η συνάντησή μας ήταν για τις τρεις μετά τα μεσάνυχτα… Σιγά σιγά ο θόρυβος από  τα κατσαρολικά και τις λαμαρίνες στην κουζίνα έγινε μακρινός· οι φωνές της μητέρας και της γιαγιάς έφθαναν συρτές και βαθειές, από μακρυά σαν ηχώ…

Μπροστά στα μάτια μου έπαιζε μια φλόγα. Τάχυνα το βήμα μου να τη φτάσω, γιατί ο βοριάς που φύσαγε, μου πάγωνε το κορμί. Σιγά σιγά η φλόγα μεγάλωνε. Πλησίασα εκεί που άνθρωποι κάθονταν γύρω από μια θρεμμένη φωτιά. Δεν καταλάβαινα τη γλώσσα τους. Στ’ αυτιά μου έφθαναν ήχοι που μου θύμιζαν τα λατινικά που κάναμε στο σχολείο και λέξεις που τις έλεγε η γιαγιά σαν διάβαζε το Συνέκδημο. Μόλις με είδαν, μου έκαναν νόημα να καθίσω κοντά τους. Πλησίασα πιο πολύ. Οι φλόγες που χόρευαν φώτιζαν πρόσωπα γεροντικά, σκαμμένα από τα χρόνια, μα και άλλα νεαρά, αμούστακα. Κατάλαβα πως ήμουν στη Βηθλεέμ με τους βοσκούς. Ένας από αυτούς σηκώθηκε, άγγιξε ελαφρά με το ένα του χέρι τον ώμο μου και με το άλλο  υψωμένο μου έδειξε ψηλά τον ουρανό. Σήκωσα τα μάτια…

Μέσα από το φεγγίτη ένα άστρο απίστευτα λαμπερό μου χαμογελούσε…

Δίπλα η μητέρα με σκουντούσε ελαφρά να ξυπνήσω.

-Σήκω, κόρη μου, δύο η ώρα!

Πετάχτηκα επάνω, Τα ρούχα μου ήταν έτοιμα από νωρίς στην καρέκλα στο δωμάτιό μου. Διπλές κάλτσες, μάλλινο πουλόβερ, μπότες, σκουφί και γάντια χοντρά.

Ντύθηκα γρήγορα και πετάχτηκα στο δρόμο. Το κρύο ήταν τσουχτερό, μα η νύχτα είχε μια καθαριότητα και μια απόλυτη μεγαλοπρέπεια. Στον ουρανό αστροφεγγιά. Έτρεξα στην πλατεία, ανάμεσα στο σχολείο και την εκκλησία, εκεί που ήταν ο τόπος συνάντησης. Μερικά παιδιά  ήταν κιόλας εκεί. Κανα δύο είχαν ανάψει τα φαναράκια, μα ο καθηγητής τους είπε να τα σβήσου, γιατί είχαμε πολύ δρόμο να κάνουμε και δεν θα τους έφθανε το κερί. Μόλις μαζευτήκαμε όλοι, κάναμε μια μικρή πρόβα, κανονίσαμε τη σειρά των τραγουδιών  και ξεκινήσαμε.  Στην αρχή οι φωνές μας ήταν διστακτικές, βραχνιασμένες, μα σιγά σιγά θαρρείς και το  χαρμόσυνο μήνυμα  ζέστανε πρώτα τις δικές μας καρδιές, οι φωνές απλώθηκαν μέσα στην κρυστάλλινη νύχτα  και σε λίγο η γλυκιά μελωδία πλημμύρισε τους παγωμένους δρόμους “ Χιόνια στο καμπαναριό „,  “ Άγια Νύχτα „, “ Οι ποιμένες γονατίζουν „. Ο λεπτός  μεταλλικός ήχος των τριγώνων συνόδευε το τραγούδι μας. Μερικά αγόρια είχαν φυσαρμόνικα. Δίπλα μου προχωρούσε  η φίλη μου. Ανάμεσα στα τραγούδια, βρίσκαμε την ευκαιρία να κουβεντιάσουμε πεταχτά το πρόγραμμα της ημέρας που ξημέρωνε. Στις 10 το πρωί είχαμε πάλι συνάντηση όλα τα παιδιά με τον καθηγητή μας, να πάμε  στο  Επταπύργιο, στις φυλακές, να πούμε τα κάλαντα και να  μοιράσουμε δώρα στους φυλακισμένους. Μετά θα κατηφορίζαμε στην πόλη, θα κάναμε μια μεγάλη βόλτα στους χιονισμένους δρόμους και θα γυρίζαμε η κάθε μια στο σπίτι της  για το γιορτινό τραπέζι.

Όσο προχωρούσαμε, όλο και πιο πολλά παράθυρα φωτίζονταν. Σε μερικά πρόβαλλαν γελαστά πρόσωπα. Οι Χριστιανοί μας περίμεναν.

-Και του χρόνου παιδιά.

-Να ζήσετε

Στα  περισσότερα σπίτια κοντά στο παράθυρο του σαλονιού, αναβόσβηναν τα φωτάκια του δέντρου. Η νύχτα ήταν κρυστάλλινη, μαγική, καμωμένη θαρρείς από μαύρο μετάξι, κεντημένο με χιόνι και φως.

Ήταν όμως στο διάβα μας και κάποια σπίτια σκοτεινά, με παράθυρα σφιχτά μανταλωμένα. Να αυτό το άραχλο, όπου πριν λίγους μήνες πέθανε η μανούλα και άφησε ένα παιδάκι ως οχτώ χρονώ και ένα μικρό λεχούδι. Και στον παραπάνω δρόμο, άλλο κλειστό. Τον Οκτώβρη χάσανε ένα παλληκαράκι δεκαπέντε χρονών από λευχαιμία. Σ΄αυτά τα σφαλιστά σπίτια δεν θα γεννηθεί ο Χριστός  ετούτη τη χρονιά. Μάταια οι φωνές μας πάσχιζαν να γκρεμίσουν το τείχος της σιωπής, που τα καλύπτει, και να φωτίσουν το σκοτάδι που πλάκωνε τις ορφανεμένες ψυχές.

Η ώρα προχωρούσε. Τα πόδια μας ήταν πια παγωμένα, οι μύτες μας κατακόκκινες. Άρχισα να νυστάζω, μα μια απέραντη γλύκα μούδιαζε την καρδιά μου. Στα περισσότερα φαναράκια τα κεράκια είχαν λιώσει, σε άλλα οι φλογίτσες τρεμόπαιζαν να σβήσουν. Στην ανατολή άρχισε να αχνοφέγγει ένα γκρίζο φως. Τα λιγοστά άστρα στον ουρανό, όσα δεν κάλυπταν τα παχιά σύννεφα,  χλώμιαζαν κι έσβηναν.

Οι πρώτοι χριστιανοί φάνηκαν στους δρόμους, βαδίζοντας βιαστικά προς την εκκλησία. Μόλις μας αντίκριζαν, τα πρόσωπά τους φωτίζονταν. <<Χρόνια πολλά και του χρόνου παιδιά>>. Από την πλατεία του Αγίου Θεράποντα ακουγόταν ο κρυστάλλινος ήχος της καμπάνας, που σκόρπιζε την χαρούμενη είδηση.

<<Χριστός γεννάται σήμερον>>