Τρίτη, 23 Ιουλίου, 2024
34.6 C
Thessaloniki
Τρίτη, 23 Ιουλίου, 2024
spot_img

«Ο δολοφόνος δεν είμαι εγώ» από την Κινηματογραφική Λέσχη Εργαζομένων της ΕΡΤ-3

Η Κινηματογραφική Λέσχη των εργαζομένων της ΕΡΤ-3 και το ΚΕMΕΣ, μετά το επιτυχημένο αφιέρωμά τους στον Λουκίνο Βισκόντι, προσεγγίζουν την επικαιρότητα με το αφιέρωμα «Μας κοιτούν από ψηλά», τιμώντας 4 σπουδαία ονόματα του κινηματογράφου που “έφυγαν” μέσα στο 2017: Τους ηθοποιούς Ζαν Μορό και Μάρτιν Λαντάου και τους σκηνοθέτες Τζορτζ Ρομέρο και Τζον Άβιλντσεν.

Πρώτη ταινία του αφιερώματος στην αίθουσα Βακούρ α1 (Ιωάννου Μιχαήλ 8, τηλ. 231023365) τη Δευτέρα 20 Νοεμβρίου στις 21:00΄ η αντιπροσωπευτική νουβελβαγκίσια ταινία του Εντουάρ Μολιναρό «Ο δολοφόνος δεν είμαι εγώ» (Γαλλία, 1958, ασπρόμαυρη, 93’). Παίζουν: Ζαν Μορό, Ζεράρ Ουρί, Φιλίπ Νικό, Κλερ Μοριέ, Ζεράρ Μπιρ.

Θα προλογίσει ο Αλέξης Ν. Δερμεντζόγλου, του οποίου έντυπη ανάλυση θα διανεμηθεί στους θεατές, ενώ στο τέλος της προβολής θα ακολουθήσει μακρά συζήτηση με το κοινό.

Το προς συζήτηση θέμα στο σεμινάριο για τον κινηματογράφο θα είναι: Το ανανεωμένο ασπρόμαυρο γαλλικό νουάρ, η νουβέλ βαγκ και η αστική κοινωνία.

Ένας πλούσιος βιομήχανος ανακαλύπτει ότι η γυναίκα του τον απατάει και τότε την εκβιάζει με ψεύτικη ταυτότητα.

Η ανάλυση που θα διανεμηθεί είναι η ακόλουθη:

«Βλέποντας το Ο δολοφόνος δεν είμαι εγώ (πιασάρικη ελληνική απόδοση του Πλάτη στον τοίχο ή Πίσω στον τοίχο), νιώθεις αμέσως πως ο Εντουάρ Μολιναρό δίκαια συγκατέλεγε τον εαυτό του στη νουβέλ βαγκ, άσχετα αν αργότερα πέρασε στο εμπορικό κύκλωμα. Ένα χρόνο μετά το Ασανσέρ για δολοφόνους του Λουί Μαλ (πάλι με τη Ζαν Μορό), με την πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια στα 30 του, όχι μόνο γυρίζει την καλύτερη ταινία του αλλά και την πιο “νουβελβαγκίσια”.

Διαθέτει, βέβαια, για το σενάριο ένα καταπληκτικό βιβλίο της γαλλικής αστυνομικής λογοτεχνίας (της λεγόμενης serie noire), γραμμένο από τον Φρεντερίκ Νταρ. Στη μουσική, φυσικά, δεν έχει τον Μάιλς Ντέιβις, αλλά και οι επιδόσεις του Ρισάρ Κορνί δεν είναι ευκαταφρόνητες. Έξοχη, λειτουργική αντιστικτική φωτογραφία με τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των ηρώων από τον Ρομπέρ Λεφέβρ, περίτεχνο μοντάζ και όλα αρχίζουν με αφήγηση-οff, δηλαδή μ’ ένα τεράστιο flash back.

Τo κλίμα είναι παραισθητικό, ελαφρά υπερρεαλιστικό, “μαύρο”, κοντά στον μισανθρωπισμό του Κλουζό. Όλα θυμίζουν το Ασανσέρ για δολοφόνους. Η μοίρα, η σύμπτωση, το τυχαίο, η “στραβή”, όλα ξεκινούν μεν από μια συμβατική κατάσταση, μετατρέπονται όμως σε καταστροφικό οίστρο μεταφυσικής τάξης. Συνάμα τραγωδία αρχαιοελληνική, αλλά και κριτική της μεγαλοαστικής τάξης σε όλα τα επίπεδα (ο Σαμπρόλ σίγουρα θα γοητεύτηκε με αυτό το φιλμ). Μου κάνει εντύπωση πως για πρώτη φορά σε γαλλική ταινία δεν βλέπουμε τα Citroen μεγάλου κυβισμού, μια και ο βιομήχανος κυκλοφορεί συνέχεια με μεγάλο, μαύρο πολυτελές αμερικανικό αυτοκίνητο. Δεν θυμάμαι σενάριο τόσο περιπλεγμένο διαστροφικά… να σε σφυροκοπάει! Ακόμα και όταν εξαντλείται το μυθοπλαστικό ψαχνό, σου σφίγγεται το στομάχι, κάτι θα συμβεί, αλλά τι;

Ο Μολιναρό αξιοποιεί την εναλλαγή μεγάλων και μεσαίων πλάνων με λίγα πλαν-αμερικέν, και τα ενώνει με ντοκιμαντερίστικη διάθεση, αποτυπώνοντας χώρους (μπαρ, ταχυδρομείο, εργοστάσιο, σπίτι) σε μικρές σκηνικές ενότητες. “Αν πέθαινα όσες φορές αργούσα, θα ήμουν πεθαμένη από καιρό”, έξοχος διάλογος με παροιμιώδεις καταλήξεις, λόγια κοφτά, πυρετώδη, αγχωτικά. Η ταινία κατ’ουσία μάς εξομολογείται τι σημαίνει μεγάλο στρίμωγμα, αυτοπαγίδευση (να είσαι δηλαδή με Πλάτη στον τοίχο, αδιέξοδο σχεδιασμών και διεκδίκηση του άλλου με κάθε τρόπο. “Δεν μπορούσα μ’ αυτόν, αλλά ούτε και χωρίς αυτόν”, φράση που άλλους λυτρώνει και άλλους σκοτώνει, σε μια πολύ μεγάλη ταινία.

Υ.Γ. Εδώ η Ζαν Μορό δεν διαθέτει τη σχεδόν παιδική και αφελή ανωριμότητα της λεπτής ηρωίδας του Ας με κρίνει η κοινωνία (1954). Το 1957 ο Λουί Μαλ την… «ανέβασε κατηγορία στα κιλά» στο Ασανσέρ για δολοφόνους. Τώρα είναι 1958 και, στα 30 της πια, είναι στο ίδιο στυλ: Χυμώδης, αισθησιακή, δραστήρια, ναζιάρα, παθητική και επιθετική, ρευστή και επικίνδυνη, γλυκιά και δηλητηριώδης.»

ΔΕΚΑ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΟ «Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ»

Εξάλλου, 10 λόγοι για να μη χάσετε την ταινία, σύμφωνα με τη Λέσχη, είναι:

Γιατί ίσως είναι η πιο νουβελβαγκίσια ταινία της νουβέλ βαγκ, γυρισμένη μάλιστα ένα χρόνο πριν από το Με κομμένη την ανάσα.

Γιατί ο Λουί Μαλ στα 1957 και ο Μολιναρό στα 1958 με δυο ανατρεπτικά ανανεωμένα νεονουάρ προετοιμάζουν το δρόμο για τον Γκοντάρ, του οποίου το Με κομμένη την ανάσα είναι ένα αποδιαρθρωμένο γκανγκστερικό νουάρ.

Γιατί ποτέ άλλοτε το ανανεούμενο γαλλικό σινεμά, στην αρχή με τον πατριάρχη Κλουζό με τις Διαβολογυναίκες, με τον αριστοκράτη Λουί Μαλ και με τον Μολιναρό, δεν έδειξε τόσο εύστοχα και καμουφλαρισμένα πόσο ανησυχεί για την υπνωτική χίμαιρα της γαλλικής αστικής κοινωνίας που την παρασέρνει στο βυθό των πραγμάτων.

Γιατί αυτά τα φιλμ, όσο τολμηρό κι αν είναι αυτό που θα γράψουμε, προσομοιάζουν πολύ με την προβληματική του Αντονιόνι (Η κυρία χωρίς καμέλιες, Η περιπέτεια, Η νύχτα), που ήταν λάτρης του φιλμ νουάρ.

Για τον εξαιρετικό, πρωτότυπο τίτλο της ταινίας Η πλάτη στον τοίχο, που μεταφορικά σημαίνει στρίμωγμα, μπλέξιμο.

Για τη μεγάλη έκπληξη να βλέπουμε στο βασικό ρόλο του συζύγου τον άκρως αποτελεσματικό Ζεράρ Ουρί, μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη.

Για την ανατρεπτική μυθοπλασία και τον υποκειμενικό τρόπο παρουσίασης των γεγονότων που κάνει το θεατή να μείνει έκθαμβος.

Γιατί με την εκπληκτική φωτογραφία του Ρομπέρ Λεφέβρ που μας βουτάει σε μαύρα απαισιόδοξα σκοτάδια, χάρη και στους εκπληκτικούς φωτισμούς.

Για το εξαιρετικό τέλος όπου δίνεται όλη η αίσθηση του ανέφικτου, του παρολίγο, του λίγο έλειψε, για να φτάσουμε στην τελική απώλεια.

Γιατί πέρα από όλα τα στοιχεία ενός σκεπτόμενου σινεμά, την ταινία την παρακολουθούμε “με κομμένη την ανάσα”.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

- Advertisement -spot_img

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ